Το υπέροχο υπέρεικον

Yperiko

Το υπέροχο υπέρεικον

0
1. Γενικά-ὀνομασίες

Τὸ φυτὸ ὑπέρεικον, ὅπως ἀναφέρεται ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ γνωστὸ στὴν λαϊκὴ παράδοση φυτὸ μὲ τὰ ὀνόματα βαλσαμόχορτο ἢ σπαθόχορτο, καὶ διεθνῶς γνωστὸ μὲ τὴν ὀνομασία St. John’s Wort (βότανο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου). Ἡ ἐπιστημονική του ὀνομασία εἶναι Ὑπερικὸν τὸ διάτρητον, λατ. Hypericum perforatum L. (οἰκ. Guttiferae). Τὸ φυτὸ συνοδεύεται ἀπὸ πληθώρα ἀρχαίων καὶ μεσαιωνικῶν παραδόσεων, οἱ ὁποῖες ὑποκρύπτονται στὴν ἐτυμολογία τῶν πολλῶν ὀνομασιῶν του, παραδόσεις ποὺ τὸ συσχετίζουν, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἀποδεδειγμένες φαρμακευτικὲς καὶ θεραπευτικές του ἰδιότητες, μὲ μαγικές, πνευματικὲς καὶ θρησκευτικὲς δοξασίες. Ἐνδεικτικὰ ἡ ἐπικρατοῦσα ἐτυμολογία τῆς λέξεως ὑπέρεικον, (ὑπέρ + εἰκών) σημαίνει κάτι «πέραν αὐτοῦ ποὺ φαίνεται», ἐνῶ ἡ μειοψηφοῦσα ἐτυμολογικὴ ἐκδοχὴ σημαίνει ὅτι φύεται κάτω ἀπὸ διάφορα εἴδη Ἐρείκης (ὑπό + Ἐρείκη). (Σήμερα ἡ ὀρθογραφία τῆς λέξεως εἶναι ὑπερικόν).

Ἄλλες ὀνομασίες:
(Ἀρχαία Ἑλλάδα) ἀνδρόσαιμον, χαμαίπιτυς, ἄσκυρον, κόριον. (Ρωμαῖοι) Harundinalis, Inferiatis, Meum, ruta agrestis, ruta aquatica.
(Ἑλληνικὴ παράδοση) βάλσαμο, περίκη, μαστίγιο τοῦ διαβόλου, λειχηνόχορτο, χελωνόχορτο, Χάρη τοῦ Θεοῦ, Θαῦμα τοῦ Θεοῦ, βότανο τῆς μάγισσας, ἀγούδουρας, γούθουρα, σκουρδίτσα. (Σὲ ἄλλους λαούς) Amber touch-and-heal, Wundskraut (βότανο τῶν πληγῶν), Frauenkraut (βότανο τῶν γυναικῶν), Loecherkraut, mille pertuis (χίλια ἀνοίγματα), herb aux mille troux (βότανο μὲ τὶς χίλιες τρύπες).

 

2. Βοτανικὴ περιγραφὴ

Εἶναι πολυετὲς φυτό, ὀρθόκλαδο, ὕψους 60-90 cm, μὲ φύλλα ἁπλᾶ, ἄμισχα, ἀντίθετα, λογχοειδῆ. Τὰ φύλλα τοῦ Hypericum perforatum παρατηρούμενα μποροστὰ ἀπὸ φῶς, ἐμφανίζουν ἡμιδιαφανεῖς κηλίδες, δίδοντας τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι διάτρητα. Οἱ κηλίδες αὐτὲς ὀφείλονται σὲ στοιβάδες κυττάρων μὲ ἄχρωμα αἰθέρια ἔλαια καὶ ρητίνες. Ἐξ οὗ καὶ ἡ ὀνομασία τοῦ εἴδους H. perforatum, ὅπου perforatum σημαίνει διάτρητος. Τὰ ἄνθη εἶναι ἀκτινόμορφα, χρυσοκίτρινα, καὶ φύονται στὴν ἄκρη τῶν βλαστῶν σὲ ταξιανθίες κορύμβου. Ἡ στεφάνη τους ἀποτελεῖται ἀπό πέντε πέταλα, τὰ ὁποῖα περιέχουν στὴν περιφέρειά τους σκουρόχρωμους ἀδένες, πλήρεις μὲ ὑγρὸ χρώματος βαθυκόκκινου ἕως καφέ, ποὺ βάφουν τὰ χέρια

ἐὰν πιεστοῦν. (Ὅ διατριβὲν ἐν τοῖς δακτύλοις αἱματώδη τὸν χυμὸν ἐκκρίνει. Διοσκουρίδης) Ἡ ἐποχὴ ἄνθισης εἶναι ἀπὸ τὸν Μάϊο ἕως τὸν Σεπτέμβριο, ἀναλόγως τοῦ γεωγραφικοῦ πλάτους καὶ τοῦ ὑψομέτρου. Παρατηροῦνται δύο ἢ τρία κύματα ἀνθοφορίας τοῦ φυτοῦ στὴν ἀναφερθεῖσα περίοδο. Ὁ βλαστὸς τοῦ φυτοῦ εἶναι ἀσυνήθιστος στὸ φυτικὸ βασίλειο. Παρουσιάζει κατὰ μῆκος δύο παράλληλες ἀντιδιαμετρικὲς γραμμές, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φαίνεται πεπλατυσμένος καὶ ἡ ἐγκάρσια τομή του νὰ πλησιάζη τὸ σχῆμα τῆς ἔλλειψης.

 

3. Πολλαπλασιασμὸς

Ὡς αὐτοφυὲς φυτὸ πολλαπλασιάζεται μὲ σπόρους, παραφυάδες καὶ ριζώματα. Ὡς καλλιεργούμενο πολλαπλασιάζεται μὲ σπόρους, φυλλοφόρα μοσχεύματα καὶ ριζώματα. Ἡ πρακτικὴ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ μὲ σπόρους παρουσιάζει δυσκολίες. Γιὰ νὰ ἀρθῇ ὁ λήθαργος τοῦ σπόρου, προσφορώτερη μέθοδος εἶναι ἡ ἐμβάπτισή του σὲ νερὸ θερμοκρασίας 72o C ἐπὶ 5΄.

 

4. Γεωγραφικὴ διάδοση

Τὸ ὑπερικό εἶναι ἰθαγενὲς φυτὸ τῆς Εὐρώπης, τῆς Β. Ἀφρικῆς καὶ τῆς Δυτικῆς Ἀσίας. Φύεται σὲ θαμνώδεις περιοχές, σὲ δάση, στὶς ἄκρες τῶν δρόμων σὲ πεδινές, ἡμιορεινές καὶ ὀρεινὲς περιοχές. Σήμερα ἔχει εἰσαχθῆ καὶ καλλιεργεῖται στὴν Ἀμερικὴ καὶ τὴν Αὐστραλία. Τὰ φυτὰ ποὺ προσωπικά προτιμώ να χρησιμοποιώ γιὰ τὴν δική μου παρασκευὴ τοῦ σπαθόλαδου καὶ τοῦ βάμματος σπαθόχορτου εἶναι αὐτοφυῆ καὶ συλλέγονται ἀπὸ τὴν ὀρεινὴ θέση Μουρίκι, κοντὰ στὸ χωριὸ Βλάστη Κοζάνης, σὲ ξέφωτα μέσα σὲ δάσος ἀπό ὀξυές, σὲ ὑψόμετρο 1350-1550 μ., μακρυὰ ἀπὸ κάθε γεωργική, ἀστική, βιομηχανικὴ ἢ ἄλλη πηγὴ ρύπανσης (π.χ. αὐτοκινητόδρομοι μεγάλης κυκλοφορίας).

 

5. Ἱστορικὰ στοιχεῖα

Ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα τὸ Ὑπερικὸ ἀναφέρεται ὡς φαρμακευτικὸ φυτό. Ὁ Ἱπποκράτης τὸ ἀναφέρει ὡς παυσίπονο σὲ περιπτώσεις ρήξης τῆς πνευμονικῆς ἀρτηρίας καὶ λυγγώδους πυρετοῦ (Περὶ Νούσων 2.54 καὶ 2.64 ἀντιστοίχως). Στὸ «Περὶ Διαίτης» ἀναφέρει ὅτι ὁ χυμός του ψύχει. Ὁ Διοσκουρίδης τὸ ἀναφέρει ὡς διουρητικό, συνιστᾶ ἐπίσης σὲ περιπτώσεις ἰσχιαλγίας τὴν λήψη τῶν σπερμάτων του (Περὶ Ἁπλῶν Φαρμάκων 1.230), τὴν χρήση τῶν σπερμάτων καὶ τῶν φύλλων ὡς κατάπλασμα στὴν θεραπεία ἐγκαυμάτων (Περὶ Ὕλης Ἰατρικῆς, 3.154), τὴν χρήση του ὡς ἀντιπυρετικοῦ καὶ ὡς ἀντίδοτο σὲ δηλητηριώδη δαγκώματα (Περὶ Ἁπλῶν Φαρμάκων). Ὁ Γαληνὸς τὸ ἀναφέρει ὡς διουρητικό, ξηραντικό, ἐμμηναγωγό, ἀποτελεσματικὸ κατὰ τῶν ἐγκαυμάτων καὶ γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς ἰσχιαλγίας. Ὁ Ρωμαῖος Πλίνιος τὸ ἀναφέρει ὡς ἀντιδιαρροϊκό, βελτιωτικὸ τῆς ροῆς τῶν οὔρων καὶ γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση προβλημάτων τῆς κύστης. Στοὺς Μεσαιωνικοὺς χρόνους προτείνεται ἀπὸ τὸν Ὀρειβάσιο (ἐπὶ τῶν ἰδίων ἐνδείξεων μὲ αὐτὲς τοῦ Γαληνοῦ), ἀπὸ τὸν Ἀέτιο (ποὺ παραθέτει τὴν «Ἱερὴ Συνταγή» τοῦ Γαληνοῦ) καὶ ἀπὸ τὸν Παράκελσο, ὁ ὁποῖος τὸ συνιστοῦσε στὴν κατάθλιψη καὶ σὲ παρόμοιες διαταραχές, καθὼς καὶ ὡς ἐπουλωτικό. Στὴν 1η Pharmacopoeia Londinensis (1618) συμπεριλαμβάνεται τὸ ἔλαιο ποὺ παρασκευάζεται ἀπὸ τὰ ἄνθη τοῦ Hypericum. Στὴν παραδοσιακὴ λαϊκὴ θεραπευτικὴ στὴν Ἑλλάδα χρησιμοποιεῖται στὴν θεραπεία τοῦ ἔλκους. Βασικὴ χρήση του, ἐπίσης, εἶναι ὡς ἀναλγητικό. Ἀφεψήματα τοῦ φυτοῦ χρησιμοποιοῦνταν κατὰ τῆς ἐλονοσίας. Καταπλάσματα χρησιμοποιοῦνται γιὰ τὴν ἐπούλωση πληγῶν καὶ γιὰ τὴν διάλυση φλυκταινῶν. Χρησιμοποιεῖται ἐπίσης στὴν ἀντιμετώπιση τοῦ ἕρπητα ζωστῆρα, τῆς διάρροιας, τοῦ κοκκίτη, τῆς δυσεντερίας καθὼς καὶ τῆς «ὑστερίας». Οἱ ἐθνοφαρμακολογικὲς καταγραφὲς παγκοσμίως δείχνουν ὅτι τὰ εἴδη Hypericum ἔχουν μακρόχρονη συμμετοχὴ στὴν παραδοσιακὴ ἰατρικὴ κουλτούρα πολλῶν λαῶν, ἐμφανίζοντας — ἀντικαταθλιπτικὴ δράση — ἐπουλωτικὴ δράση — ἀντισηπτική – ἀντιμικροβιακή δράση.

 

6. Χημικὰ συστατικὰ τοῦ ὑπερικοῦ

Ἡ σύγχρονη φαρμακολογικὴ ἔρευνα ἔχει ἀπομονώσει τὶς βιολογικὰ δραστικὲς οὐσίες τοῦ φυτοῦ. Οἱ χημικὲς ἑνώσεις ποὺ ἔχουν ἀνιχνευθῇ στὸ ὑπερικό (H. perforatum) μὲ τὴν μέθοδο ὑγρῆς χρωματογραφίας ὑψηλῆς ἀπόδοσης (HPLC), εἶναι οἱ ἑξῆς: α) Παράγωγα ἀνθρακινόνης Ὑπερικίνη, πρωτοϋπερικίνη, ψευδοϋπερικίνη, κυκλοψευδοϋπερικίνη, ἐμοδίνη, ὑπερικο-δεϋδρο-διανθρακινόνη. β) Φλαβανόλες (+) –κατεχίνη, λευκοκυανιδίνη, (-) -επικατεχίνη γ) Φλαβονοειδῆ ὑπεροσίδης (ὑπερίνη), κερκετίνη, ἰσοκερκετίνη, ρουτίνη (ἀνθοκυάνη τῆς κυανιδίνης), καιμπφερόλη δ) Ξανθόνες ε) Κουμαρίνες Ουμπελιφερόνη (7-υδροξυκουμαρίνη), σκοπολετίνη ς) Φαινολικά καρβοξυλικά ὀξέα Καφεϊκὸ ὀξύ, χλωρογενικὸ ὀξύ, φερουλικὸ ὀξύ, genistic acid ζ) Φλουρογλουκινικὰ παράγωγα Ὑπερφορίνη η) Αἰθέρια ἔλαια Μονοτερπένια (α-πινένιο, β-πινένιο, μυρκένιο, λεμονένιο) Σεσκιτερπένια (καρυοφυλλένιο, χουμουλένιο) n-ἀλκάνια (2- μεθυλο-οκτάνιο, ἐννεάνιο, 2-μεθυλο-δεκάνιο, n- εντεκάνιο, εἰκοσιεννεάνιο) θ) n- αλκοόλες 1-τετρακοζανόλη, 1-εξακοζανόλη, 1-οκτακοζανόλη, 1-τριακοντανόλη ι) Καροτινοειδῆ (ἐποξυξανθοφύλλες) ια) Φυτοστερόλες β-σιτοστερόλη

 

7. Φαρμακευτικὲς ἰδιότητες τῶν συστατικῶν τοῦ ὑπερικοῦ

Οἱ φαρμακευτικὲς δράσεις τοῦ ὑπερικοῦ, οἱ ὁποῖες τοῦ ἀποδίδονται ἀπὸ τὴν παραδοσιακὴ ἰατρική, ἔχουν πιστοποιηθῆ ἀπὸ τὴν σύγχρονη ἔρευνα. Πιὸ συγκεκριμένα: Ἕνα σημαντικὸ συστατικὸ τοῦ ὑπερικοῦ εἶναι ἡ ὑπερικίνη, διμερὲς τῆς ἀνθρακινόνης ἐμοδίνη, ποὺ βρίσκεται στὰ φύλλα καὶ τὰ ἄνθη τοῦ φυτοῦ. Ἡ ὑπερικίνη παρουσιάζει ἀντι-ιικὴ δράση ἔναντι τῶν ρετροϊῶν, ὅπως ὁ ἰὸς τῆς γρίππης καὶ τοῦ ἕρπητα, τόσο in vitro ὅσο καὶ in vivo. Ἔκθεση σὲ φθορίζουσα ἢ ὁρατὴ ἀκτινοβολία ἐνισχύει τὴν δραστικότητά της. Πιστεύεται ὅτι ἡ ὑπερικίνη εἶναι ὑπεύθυνη γιὰ τὴν ἀντικαταθλιπτικὴ δράση τῶν ἐκχυλισμάτων τοῦ ὑπερικοῦ. Ἡ ὑπερικίνη προκαλεῖ φωτοευαισθησία στὰ ζῶα καὶ τὸν ἄνθρωπο μὲ λευκὸ ἢ ἀνοικτόχρωμο δέρμα. (Βλέπε προφυλάξεις). Ἡ ψευδοϋπερικίνη παρουσιάζει καὶ αὐτὴ ἀντι-ιικὴ δράση. Ἐπίσης ἀντι-ιικὴ δράση παρουσιάζουν καὶ τὰ ὑπόλοιπα παράγωγα τῆς ἀνθρακινόνης, τὰ φλαβονοειδῆ, οἱ φλαβονόλες καὶ οἱ ξανθόνες. Τὰ φλαβονοειδῆ καὶ οἱ ξανθόνες προάγουν τὴν ἀγγειοδιαστολὴ καὶ τὴν καλύτερη κυκλοφορία τοῦ αἵματος. Οἱ ταννίνες δροῦν ὡς διουρητικά. Ἡ ὑπερφορίνη βοηθᾶ στὴν ρύθμιση τῶν χημικῶν οὐσιῶν τοῦ ἐγκεφάλου ὅπως ἡ νορεπινεφρίνη καὶ ἡ ντοπαμίνη, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν σταθεροποίηση τῆς διάθεσης, τῶν διαταραχῶν ἄγχους καὶ ἄλλων συναισθηματικῶν διαταραχῶν. Παρουσιάζει ἐπίσης ἀντιμικροβιακὴ δράση. Τὰ φλαβονοειδῆ παρουσιάζουν καταπραϋντικὴ δράση. Ἡ ὑπερφορίνη καὶ τὰ φλαβονοειδῆ παρουσιάζουν ἠρεμιστικὲς ἰδιότητες χωρὶς νὰ προκαλοῦν ὑπνηλία. Τὰ φλαβονοειδῆ καὶ οἱ φλαβονόλες παρουσιάζουν ἀντιφλεγμονώδη δράση. Τὰ φλαβονοειδῆ προάγουν τὴν ἐπούλωση τῶν κατεστραμμένων τριχοειδῶν ἀγγείων. Τὰ καροτινοειδῆ θεωροῦνται ὑπεύθυνα γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν ἱστῶν ποὺ ἔχουν ὑποστῆ ἔγκαυμα, ἐνῶ τὰ φλαβονοειδῆ καὶ οἱ φλαβονόλες βοηθοῦν στὴν μείωση τοῦ ἐρεθισμοῦ καὶ τῆς κοκκινίλας τοῦ δέρματος. Οἱ ξανθόνες παρουσιάζουν ἀντιμικροβιακὴ δράση.

 

8. Χρήσεις τοῦ ἐκχυλίσματος ὑπερικοῦ σὲ ἐλαιόλαδο

Τὸ ἐκχύλισμα ἀνθέων ὑπερικοῦ σὲ παρθένο ἐλαιόλαδο προορίζεται γιὰ ἐξωτερικὴ χρήση καὶ συνιστᾶται σὲ περιπτώσεις ἐπούλωσης τραυμάτων, ἀμυχῶν, μωλωπισμῶν, διαστρεμμάτων, μελανιῶν ἀπὸ κτυπήματα, μυϊκῶν πόνων, πόνων τῆς μέσης, γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση θερμικῶν καὶ ἡλιακῶν ἐγκαυμάτων, σὲ δερματίτιδες, ἐκζέματα, τσιμπήματα ἐντόμων. Στάζουμε 1-3 σταγόνες πάνω στὸ δέρμα ἢ περισσότερες, ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπιφάνεια τῆς πάσχουσας περιοχῆς καὶ ἐπαλείφουμε. Περιμένουμε λίγη ὥρα ὥστε νὰ ἀπορροφηθῆ τὸ λάδι, πρὶν φορέσουμε ροῦχα στὸ σημεῖο ἐφαρμογῆς ἢ σκουπίζουμε τὴν περίσσεια μὲ ἕνα καθαρὸ χαρτομάντηλο (ἢ ἀποστειρωμένη γάζα ἐὰν πρόκειται περὶ πληγῆς). Ἐφαρμόζουμε ἀρκετὲς φορὲς τὴν ἡμέρα, ἀναλόγως τῆς ἔντασης τῶν συμπτωμάτων. Τὸ φιαλίδιο νὰ διατηρεῖται σὲ δροσερό, ξηρὸ καὶ σκιερὸ μέρος.

 

9. Ἄλλες χρήσεις τοῦ ὑπερικοῦ

Οἱ σύγχρονες κλινικὲς ἐφαρμογὲς τοῦ ὑπερικοῦ εἶναι πολλές. Οἱ κυριώτερες εἶναι: Α) Ἐσωτερικά. Ἐκχυλίσματα τοῦ φυτοῦ χορηγοῦνται κυρίως γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς ἤπιας κατάθλιψης, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ψυχολογικῶν διαταραχῶν, καταθλιπτικῶν καταστάσεων, φόβου, νευρικῶν ἐνοχλήσεων καὶ ὀξυθυμίας. Ἡ χρήση τῆς δρόγης (ἀποξηραμένων τμημάτων ἢ ὁλοκλήρου τοῦ φυτοῦ) συνιστᾶται γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς ἀλλαγῆς συμπεριφορᾶς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐμμηνόπαυσης. Ἔχει κλινικὴ ἐφαρμογὴ στὴν ἀντιμετώπιση τῆς νυκτερινῆς διούρησης καὶ στὴν ἐμφάνιση ἐφιαλτῶν στὰ παιδιά. Χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς ἀϋπνίας. Χρησιμοποιεῖται ὡς ἀντιβακτηριακὸ καὶ ἀντιφλογιστικό. Τὰ ἐκχυλίσματά του συμπεριλαμβάνονται σὲ διουρητικὰ παρασκευάσματα. Τὸ τσάϊ τῶν ἀνθέων του εἶναι καλὸ γιὰ τὴν ἀναιμία καὶ τὸν πονοκέφαλο. Τὸ τσάϊ τοῦ βοτάνου ἔχει χρησιμοποιηθῆ στὴν ἀντιμετώπιση συσπάσεων τῆς μήτρας καὶ σὲ πόνους περιόδου. Χρησιμοποιεῖται ὡς ἀποχρεμπτικὸ σὲ βρογχίτιδες. Ἐπίσης γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ ἱκτέρου. Ἐλαϊκὰ παρασκευάσματά του χορηγοῦνται ἀπὸ στόματος σὲ καταστάσεις δυσπεψίας, γαστρίτιδας, γαστρικοῦ ἔλκους καὶ φλεγμονωδῶν καταστάσεων τοῦ παχέως ἐντέρου. Ἐπίσης γιά τόν καθαρισμό τοῦ στόματος (μπουκώματα). Ἡ ἀναλγητική του δράση τὸ κάνει σημαντικὸ στὴν θεραπεία νευραλγιῶν, ἄγχους καὶ πίεσης. Γενικὰ θεωρεῖται, μεταξύ ἄλλων, βότανο τῶν νεύρων. Β) Ἐξωτερικά. Ἐκτὸς τῶν ἀναφερθεισῶν ἀνωτέρω χρήσεων τοῦ ἐκχυλίσματος ὑπερικοῦ σὲ ἐλαιόλαδο, (βλέπε κεφάλαιο 8), ἡ δρόγη ὡς πλύμα, ἐπιταχύνει τὴν θεραπεία τῶν πληγῶν, κιρσῶν καὶ ἤπιων ἐγκαυμάτων. Τὸ Hypericum εἶναι σήμερα τὸ πρώτης προτίμησης συνταγογραφούμενο ἀντικαταθλιπτικὸ φάρμακο στὴν Γερμανία, φθάνοντας τὸ 50% τῆς ἀγορᾶς ἀντικαταθλιπτικῶν.

 

10. Ἄλλες φαρμακοτεχνικὲς μορφὲς

Ἐκτὸς τοῦ ἐκχυλίσματος ὑπερικοῦ σὲ ἐλαιόλαδο, τὸ φυτὸ ἢ μέρη του χρησιμοποιοῦνται καὶ ὡς:

ἀφέψημα (ρίζες καὶ βλαστοί σιγοβράζονται ἐπὶ μακρὸν σὲ νερό), τσάϊ (ἔγχυμα), παρασκευαζόμενο μὲ τὴν προσθήκη ἀποξηραμένων ἢ νωπῶν ἀνθέων σὲ βραστὸ νερό, ἀποξηραμένο φυτὸ (δρόγη) ἢ τμήματά του, ἐπιθέματα (γάζα ἢ χειρουργικὸς ἐπίδεσμος ἐμποτισμένα σὲ πρόσφατα παραχθὲν τσάϊ τοῦ φυτοῦ), ἐμποτισμένο ἔλαιο, παρασκευαζόμενο ἀπὸ φρέσκια ἢ ἀποξηραμένη ρίζα (σιγοβράζουμε τὸ ἔλαιο μαζὶ μὲ φυτικὰ τμήματα), ὑγρὸ ἐκχύλισμα (τοποθέτηση τμημάτων τοῦ φυτοῦ σὲ μεῖγμα βότκας καὶ νεροῦ γιὰ λίγες μέρες καὶ κατόπιν βρασμὸς τοῦ ληφθέντος ἐκχυλίσματος γιὰ τὴν ἐξάτμιση τῆς ἀλκοόλης), ἀλοιφή (ἢ βάλσαμο), παρασκευαζόμενη ἀπὸ ἁγνὸ κερὶ μέλισσας, μαλακό κερὶ παραφίνης, βούτυρο κακάο καὶ λειοτριβημένα ξηρὰ ἄνθη ὑπερικοῦ, καταπλάσματα, σιρόπι, ἀποτελούμενο ἀπὸ τσάϊ μὲ προσθήκη ζάχαρης, βάμματα, ποὺ προκύπτουν ἀπὸ ἀνάμειξη ἀνθέων μὲ βότκα, κάψουλες ζελατίνης, οἱ ὁποῖες γεμίζονται μὲ λειοτριβημένα ξηρὰ ἄνθη τοῦ φυτοῦ, ἐμπορικὲς φαρμακοτεχνικὲς μορφὲς τοῦ Γερμανικοῦ κώδικα φαρμάκων [Hyperforat®, Jarsin® (ἐπικαλυμμένα δισκία), Kneipp®(τσάϊ καὶ χυμός), Psychotonin®M (βάμμα)].

 

11. Προφυλάξεις

Ἡ ὑπερικίνη καὶ ἡ ψευδοϋπερικίνη μπορεῖ νὰ προκαλέσουν φωτοευαισθησία σὲ ἀνοικτόχρωμα δέρματα, ὅταν αὐτὰ ἐκτεθοῦν στὸ ἡλιακὸ φῶς. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καλὸ εἶναι νὰ μὴν ἐκτιθέμεθα στὸ ἄμεσο ἡλιακὸ φῶς μετὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ βαλσαμελαίου στὰ γυμνὰ σημεῖα τοῦ σώματός μας. Παρ’ ὅλο ποὺ δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα γιὰ σοβαρὲς ἀρνητικὲς ἐπιδράσεις στὶς ἐγκύους καὶ κατὰ τὸν θηλασμό, ἡ χρήση του ἀπὸ γυναῖκες ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ συλλάβουν, εἶναι ἔγκυοι ἢ θηλάζουν θὰ πρέπει νὰ ἀποφεύγεται ἢ τουλάχιστον νὰ γίνεται μὲ ἰδιαίτερη προσοχή. Τέλος, νὰ ἀποφεύγεται ἡ χρήση τοῦ ὑπερικοῦ ἀπὸ ἄτομα ποὺ πρόκειται νὰ χειρουργηθοῦν, πέντε ἡμέρες πρὸ τῆς ἐπέμβασης.

 

12. Ἀλληλεπιδράσεις μὲ φάρμακα

Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ὑπερικὸ ἐχρησιμοποιεῖτο μὲ σχετικὴ ἀσφάλεια ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες στὴν πρακτικὴ ἰατρική, ἡ χρήση του ἀπὸ τὶς δυτικὲς κοινωνίες ἔφερε στὸ προσκήνιο τὴν πιθανότητα ἀνάπτυξης ἀλληλεπιδράσεως ὅταν συγχορηγεῖται μὲ φαρμακολογικοὺς παράγοντες. Ἡ πιθανότητα αὐτὴ εἶναι ἰδιαίτερα αὐξημένη λόγῳ τῆς πληθώρας τῶν φαρμακολογικὰ δραστικῶν συστατικῶν τοῦ φυτοῦ. Ἀφορᾶ ὅμως κυρίως στὴν ἐσωτερικὴ λήψη τοῦ βοτάνου καὶ τῶν παρασκευασμάτων του, παρὰ στὴν ἐξωτερικὴ χρήση του. Ἀρκετὰ συστατικὰ τοῦ ὑπερικοῦ ἔχουν δράση ἐπὶ διαφόρων ἀμινικῶν νευροδιαβιβαστῶν (σεροτονίνη, ντοπαμίνη, νορεπινεφρίνη). Φάρμακα ποὺ δροῦν μὲ παρόμοιο τρόπο, ὅπως τὰ συνθετικὰ ἀντικαταθλιπτικά, καὶ διάφορα διεγερτικά, νὰ ἀποφεύγονται ἀπὸ ἀσθενεῖς ποὺ κάνουν χρήση ὑπερικοῦ. Ἐπίσης, λόγῳ τῆς δράσης συστατικῶν τοῦ ὑπερικοῦ ἐπὶ ἡπατικῶν ἰσοενζύμων τῆς οἰκογενείας CYP, καὶ τοῦ μεταφορέως φαρμάκων P-γλυκοπρωτεΐνη, μπορεῖ νὰ παρατηρηθοῦν περιστατικὰ ἐμφάνισης ὑποθεραπευτικῶν ἐπιπέδων, λόγῳ τῆς ταυτόχρονης χρήσης ὑπερικοῦ στὶς παρακάτω δραστικὲς οὐσίες καὶ φάρμακα: διγοξίνη, ἀντισυλληπτικὰ ἀπὸ τοῦ στόματος, κυκλοσπορίνη, ἀναστολεῖς τῆς πρωτεάσης καὶ τῶν μὴ νουκλεοσιδικῶν ἀναστολέων τῆς ἀνάστροφης τρανσκριπτάσης τοῦ ΗΙV, βαρφαρίνη, ἰρινοτεκάνη, θεοφυλλίνη καὶ ἀντισπασμωδικά.

 

13. Βιβλιογραφία

— Αντωνάκη Ειρήνη, Επίδραση των επιβραδυντών αύξησης και της φωτοπεριόδου στη παραγωγή νανοποιημένων γλαστρικών φυτών του είδους Hypericum androsaemum. Πτυχιακή Μελέτη, ΤΕΙ Ηρακλείου, 2011 — Brolis Μ., B. Gabetta, N. Fuzzati, R. Pace, F. Panzeri, F. Peterlongo: Identification by high-performance liquid chromatography–diode array detection–mass spectrometry and quantification by high-performance liquid chromatography–UV absorbance detection of active constituents of Hypericum perforatum. Journal of Chromatography A, vol. 825, Issue 1, pp. 9- 16, 1998 — Κolaci Micaela, Γκόγκου Π., Πέτρου Α., Πέτσιου Β.: Τα είδη του Hypericum, Προπτυχιακή εργασία, Φαρμακευτική Σχολή ΑΠΘ, 2007 — Μητσοπούλου Κορνηλία, Ευθυμιάδης Π., Τεχνική καλλιέργειας του Hypericum perforatum και παραγωγή υπερφορίνης, Γ.Π.Α., 2007 — Μιτάκης Μανώλης, Φαρμακοποιός, Γ.Γ. της Ελληνικής Εταιρείας Εθνοφαρμακολογίας: Η εθνοφαρμακολογία του υπερικού — Σιαβέλη Σταματίνα: Είδη του γένους Hypericum, Προπτυχιακή Εργασία, Φαρμακευτική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, 2007

 

Συντάκτης: Γιῶργος Ν. Παπουτσῆς, Γεωπόνος M.D. e-mail: papougeo14@gmail.com
 
Αυτές οι πληροφορίες δημιουργήθηκαν για να κυκλοφορούν και διανέμονται ελεύθερα, αρκεί να περιλαμβάνουν τις λέξεις “Copyright υλικού © Γεώργιος Παπουτσής, για το www.enorasis.edu.gr“.

Leave a Reply